Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε πριν από 25 χρόνια. Προσπαθούσα τότε, στον «Επίλογο» του βιβλίου μου Το μυθολογικό κενό, να κατανοήσω γιατί και πώς η λέξη «Διαπλοκή» είχε σταδιακά χάσει το νόημά της, χάρις ακριβώς στην τεράστια και άκριτη διάδοσή της. Θεώρησα λοιπόν πώς εκείνο το παλιό σχόλιο μπορεί και σήμερα να μας βοηθήσει σε μιαν ανάλογα διαδεδομένη κοινοτοπία. [Το άρθρο στάλθηκε στο περιοδικό στη δίνη της υπόθεσης των Τεμπών. Δυο μέρες μετά την αποστολή του, ο καθηγητής Αλέξης Πολίτης πέθανε. Το κείμενό του δημοσιεύτηκε στο τεύχος 163 του Βοοks' Journal μετά το θάνατό του.]
Κάθε μυθολογική θεώρηση ενός ζητήματος δημιουργεί στο μυαλό μας ένα κενό: στη θέση της γνώσης έρχεται να εισχωρήσει ένα ασαφές μόρφωμα που την αντικαθιστά· πιστεύουμε ότι συλλάβαμε το ζήτημα, αλλά τελικά στην ουσία παραιτούμαστε από την πλήρη κατανόησή του. Την υποκαθιστούμε από ένα ιδιότυπο μείγμα γνώσης και συναισθήματος, και το τελικό προϊόν αποβαίνει εξαιρετικά πιο οικείο, πιο τρυφερό, ακριβώς επειδή συνδέεται με το δικό μας εγώ· εκεί έγκειται η υποκειμενικότητα, και αυτή ακριβώς είναι που το κάνει πιστευτό: κάτι σαν ρίγος μας διαπερνά, που μας πείθει ότι δεν μπορεί, έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα: «Η αλεπού είπε ότι φέτος θα γίνουν πολλά σταφύλια· γιατί; τη ρώτησαν, γιατι τ’ αγαπάει η κοιλιά μου». Η συναισθηματική ικανοποίηση υπερκαλύπτει το νοηματικό χάσμα, και οι όποιες ανησυχίες μας καταλαγιάζουν.
Η εμπλοκή του συναισθήματος στη γνώση δεν είναι βέβαια πάντα διακριτή, συνήθως δεν είναι ούτε καν εσκεμμένη. Φυσικά υπάρχουν περιπτώσεις ορισμένων ανθρώπων, κοινωνικών ομάδων, ακόμα και ολόκληρων κοινωνιών που κατασκευάζουν ή αποδέχονται τέτοιου είδους μείγματα συνειδητά, ελπίζοντας να αυτοπαραπλανηθούν ή έστω να παραπλανήσουν τους άλλους. Την πίστη στην «υπεροχή του Έλληνα», ή αντίστοιχα του Πέρση, του Γάλλου, είτε όποιου άλλου, την αλήθεια της χριστιανικής ή της μωαμεθανικής θρησκείας, την εμπιστοσύνη στο μέλλον της «σοβιετικής πατρίδας», όλα αυτά τα είδαμε, και τα βλέπουμε, και θα τα βλέπουμε. Αλλά είναι απείρως περισσότερες οι περιπτώσεις που αυτό το μείγμα εισχωρεί σε πολύ πιο καθημερινές μας σκέψεις, ακόμα και σε απλές λέξεις, και εμποδίζει τη δυνατότητα της κατανόησης, παραπλανά ύπουλα το μυαλό μας.
Αναφέρομαι σε λέξεις όπως «το κατεστημένο», «το σύστημα», «ο λαός», «ο μέσος ψηφοφόρος», «παγκοσμιοποίηση», εκείνο το παλιό περίφημο «οι μη προνομιούχοι», ή πάλι «ελληνικότητα», «ψυχή», «πάθος», «έρωτας» και άλλα μύρια τόσα: λέξεις που όχι μόνο δεν έχουν σαφές περίγραμμα, αλλά που η δύναμή τους έγκειται ακριβώς στην έλλειψη περιγράμματος (νομίζω ότι οφείλω αυτή τη σκέψη στον Ησαΐα Μπέρλιν). Τελευταίο ίσως άνθος σ’ ετούτον τον στέφανο είναι «η διαπλοκή». Έως πρόσφατα λέγαμε «τα διαπλεκόμενα»· ας επιμείνουμε λίγο στον μορφικό σχηματισμό – βοηθάει στην κατανόηση της μυθοποιητικής διαδικασίας. Εν αρχή ην «τα διαπλεκόμενα συμφέροντα», πού όλοι τα καταγγέλλουν και ουδείς κατονομάζει ποιοι, πού και πώς ακριβώς διαπλέκονται. Εύλογα βέβαια· και δεν είναι σ’ αυτό το σημείο που χρειάζεται να επιμείνουμε: όλοι αφήνουμε την ασάφεια να πλανάται, υπολογίζοντας ότι η συναισθηματική οργή που θα προκληθεί στον παραλήπτη του μηνύματος αρκεί για να υπερκαλύψει το νοηματικό κενό. Η καταγγελία μας συνιστά όμως μια ταυτόχρονη απόκρυψη. Ο μύθος αρχίζει να λειτουργεί.
Απλώς αξίζει να προσεχτεί ότι ο παραλήπτης μένει ικανοποιημένος από το μείγμα που του προσφέρουμε. Επειδή γνωρίζει πολύ καλά ότι ο όποιος κύριος τάδε είναι επαρκώς ισχυρός, και κάποιες καταγγελίες δεν αρκούν για να αποδυναμωθεί. Γνωρίζει επίσης ότι εκείνοι που κυρίως ενδιαφέρονται για να μειωθεί όσο γίνεται η δύναμη του «διαπλεκόμενου» είναι οι αμέσως αποκάτω στην πυραμίδα, που εποφθαλμιούν τη θέση του, ότι «το σύστημα» είναι τόσο καλά στερεωμένο, ώστε να μην ανατρέπεται από απλές καταγγελίες, ή έστω, από «πολιτική βούληση», και το χειρότερο, ότι η τυχόν ανατροπή «του συστήματος», εκτός από το τεράστιο κοινωνικό κόστος, απαιτεί και τη δική του συμμετοχή, δηλαδή θυσίες, ρίσκα, και ενδεχομένως μια καινούρια κοινωνική πυραμίδα, όπου η ατομική του θέση ίσως να βρεθεί σε δυσμενέστερο συσχετισμό (και δεν ειρωνεύομαι ούτε καταγγέλλω – έχω απλώς στον νου μου τον εαυτό μου). Όλ’ αυτά ωστόσο δεν είναι διόλου εύκολο να τα αποδεχτούμε, όπως δεν είναι εύκολο και να τα διαγράψουμε ως ανέφικτα –αυτό θα σήμαινε τεράστια εσωτερική συναισθηματική αναστάτωση– αποδεχόμαστε λοιπόν τη δίσημη καταγγελία-απόκρυψη, και υιοθετούμε το «διαπλεκόμενα συμφέροντα» και εμείς. Η προσωπική δειλία δημιουργεί έναν δεσμό ανάμεσα στον πομπό και τον δέκτη, που διευκολύνει αφάνταστα την επικοινωνία.
Έτσι, όσο η αναφορικότητα του ζεύγους «τα διαπλεκόμενα συμφέροντα» μειώνεται, όσο το νόημά του συρρικνώνεται και εμπλουτίζεται με συναισθηματικό βάρος για τους χρήστες, δηλαδή μυθοποιείται αυξάνεται αντίστοιχα η αυτόνομη υπόστασή του. Η μυθοποίηση συμβαδίζει με τη μορφοποίηση, και το ζεύγος μετατρέπεται σε απλό ουσιαστικοποιημένο επίθετο· η αυτοτελής μορφή είναι απαραίτητη για τους μύθους. Καθώς «τα διαπλεκόμενα συμφέροντα» γίνονται απλώς «τα διαπλεκόμενα» αποκτούν, χάρη στην προσωποποίηση, ασαφέστερο περίγραμμα αλλά εντονότερη υπόσταση. Και όσο η συμμετοχή των ποικίλων συναισθημάτων (δειλία, ενοχή, οργή, κλπ.) αυξάνει στην αναλογία του μείγματος, τόσο εντείνεται η μορφοποίηση· «τα διαπλεκόμενα» αποκτούν πιο συγκεκριμένη μορφή, μετατρέπονται σε γυναικεία μορφή, γίνονται «η Διαπλοκή». Ο μύθος έχει υποκαταστήσει σχεδόν ολοκληρωτικά την πραγματικότητα, και γι’ αυτό η λέξη έχει χάσει το αναφορικό της βάρος και προφέρεται εύκολα: ο καθένας εννοεί ό,τι θέλει.
Επέμεινα κάπως παραπάνω σ’ ένα παράδειγμα, και φυσικά θα μπορούσε να συνεχίσει κανείς και με άλλα. Όλες αυτές οι λέξεις που προσωποποιούνται, γι’ αυτό και γράφονται συχνά με κεφαλαίο αρκτικό, συνιστούν στην ουσία μικρούς αυτοτελείς μύθους, εξαιρετικά γόνιμους νοηματικά, λοιπόν και απροσδιόριστων ορίων, που διευκολύνουν αναμφίβολα την επικοινωνία, νοθεύοντάς την ταυτόχρονα. Πόσοι δεν καταφεύγουμε στη λέξη «πάθος», στηριζόμενοι ακριβώς στο απροσδιόριστο του νοήματος; (Το απροσδιόριστο, όχι την έλλειψη.) Έτσι όμως η επικοινωνία με τον συνομιλητή δεν στηρίζεται στην αναμετάδοση των αισθημάτων που ένιωσα, παρά απλώς στην ένταση της επαφής πομπού - δέκτη. Κι εδώ ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στο συναίσθημα και τη γνώση καταντάει ολότελα δυσδιάκριτη, εφόσον συνήθως ούτε εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε το τί εννοούμε χρησιμοποιώντας τη λέξη «πάθος», και σπάνια επιθυμούμε να το γνωρίζουμε· ο μύθος εισχωρεί και στον εσωτερικό διάλογο με τον εαυτό μας. (Άλλωστε η συναισθηματική σχέση με τον εαυτό μας δεν συνιστά πρώτιστη ανθρώπινη ανάγκη;).