Σύνδεση συνδρομητών

«Τότε δεν υπήρχε ντροπή σ’ αυτά»

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2026 00:06

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Σκιές στον κήπο. Ποιήματα 1975-2025, Οροπέδιο, Αθήνα 2025, 316 σελ.

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος είναι ταυτόχρονα άνθρωπος του βιβλίου (εκδότης, διευθυντής περιοδικού, βιβλιοπώλης), άνθρωπος της Αριστεράς που έζησε την περιπέτεια της ιδεολογικής διάψευσης και συγγραφέας και ποιητής. Και οι τρεις αυτές ιδιότητες ανιχνεύονται επαρκώς στο τελευταίο βιβλίο του, στο οποίο συγκεντρώνει όλο το ποιητικό έργο του. Ως άνθρωπος του βιβλίου και ποιητής, προσφέρει πρωτίστως στους αναγνώστες του ένα αναγνωστικό των ιδεολογικών του μετατοπίσεων, αποτέλεσμα μιας πικρά βιωμένης εμπειρίας. Ως ποιητής, είναι αψύς και ορμητικός – ακόμα και όταν εκδηλώσει τις απογοητεύσεις του. Και ως εκδότης, είναι κομψός και ακριβολόγος. Πώς χωράει όμως σε έναν καλαίσθητο τόμο η πορεία μιας ζωής γεμάτης, πρωτίστως, απογοητεύσεις; Και πώς διασώζεται, παρ’ όλα αυτά, η πνευματικότητα; Οι απαντήσεις στην ποιητική του. [ΤΒJ]

Ήδη από τον τίτλο, η συλλογή αυτή ποιημάτων του Δημήτρη Κανελλόπουλου προϊδεάζει ότι, όσα έπονται, δεν θα είναι φωτεινά. Και δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να το διαπιστώσει. Αρκεί να ανατρέξει στον πίνακα των περιεχομένων όπου την «Πέτρινη ομίχλη» διαδέχονται οι «Σκυθικές ερημίες» και αυτές η «Σιγή ασυρμάτου», ενότητες που περιέχουν βιώματα αναγόμενα στις «πικρές μέρες, αυτές <που> σπέρνει ο καιρός στο πέρασμά του» και καλύπτουν, περίπου, το ένα τρίτο της ύλης.

Αλλά και η τέταρτη ενότητα, «Κλίνη σπόρου καλή», η αναγόμενη στην εδεμική εποχή της παιδικής, κυρίως, ηλικίας, και ας σπανίζουν οι λέξεις νύχτα, μαύρο, σκοτεινό, σκοτεινιά, ομίχλη, ερημία, άβυσσο, σιωπή, μοναξιά, θάνατος, είναι ενότητα μνήμης θανάτων.

Η πέμπτη ενότητα, «Το φράγμα της μνήμης», που θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί «Τα εις εαυτόν», περιέχει αυτοβιογραφικά ποιήματα διερευνητικά των ανθρώπινων σχέσεων, σε πολλαπλά πεδία, της πολιτικής συμπεριλαμβανομένης, με διάχυτη την πικρία για το πλεονάζον της ματαιώσεως και της προδοσίας.

Η τελευταία, έκτη ενότητα, «Σκιές στον κήπο», που θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί «Περιστατικά, πρόσωπα και τόποι», περιέχει στοιχεία από την προσωπική μυθολογία του ποιητή, .

Μολονότι από την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα η ποίηση του Δημήτρη Κανελλόπουλου είναι βιωματικά αυτοαναφορική, εντούτοις ο λόγος του παραμένει εξωστρεφής, απευθυνόμενος διαρκώς στον Άλλον, αυτόν που ορίζει όχι μόνον το πεδίο, αλλά και την δυναμική της σχέσης, από θέση υπεροχής.

Ο Άλλος, μολονότι άλλοτε άλλος (συγγενής, φίλος, κομματικός σύντροφος) υπερέχοντας πάντα κατά την έδρασή του στο κανιβαλικό* τους εγώ, όμοια εντέλει, απομακρύνεται, υπονομεύει, προδίδει, εκ του ασφαλούς γιατί γνωρίζει, και οπωσδήποτε οσφραίνονται, το αφοπλισμένο, φιλέταιρο εγώ του.

Εξού και η δραματική ερώτηση του Κανελλόπουλου: «πού πήγαν οι φίλοι, πού πήγαν τα λόγια, πώς γίνονται οι φίλοι εχθροί; Γιατί με σκοτώσατε;» Απάντηση φυσικά δεν παίρνει και με καμένη μνήμη μονολογεί: «Στο σκοτεινό τώρα δωμάτιο, στάχτη θανάτου».

Μάταια προσπαθεί κάτι να πει, να «επικοινωνήσει» κάτι που να είναι, όπως λέει, δικό του. «Τίποτα, <μόνο> άδεια δωμάτια λεηλατημένα».

Το παρόν του, μέρα και νύχτα, είναι μαύρο και ομιχλώδες, το μέλλον «απαλλαγμένο <ακόμα και> απ’ την ψευδαίσθηση» εργασιακής ασφάλειας που παρείχε άλλοτε ένα «πτυχίο. […]». 

 Ώρες ώρες, θυμάται τα διαβάσματα του, όσα θεωρούσε στέρεα και εν πολλοίς προσδιοριστικά και μονολογεί: «Άραγε θα τελειώσουν όλα κάποτε […]; Κι ο Χέγκελ κι ο Μαρξ όπως η πρώτη χειμερινή της Λυρικής; Τότε δεν θα υπάρχει ντροπή σ’ αυτά. Ένα παράπονο».

 

H υποκρισία στο απόσπασμα

Εδώ χρειάζεται μια παύση στην περιήγηση της συλλογής, από ενότητα σε ενότητα και από ποίημα σε ποίημα. Θαρρώ ότι το επιβάλλει ο στίχος «Τότε δεν υπήρχε ντροπή σ’ αυτά» – το που σημαίνει, όσο τουλάχιστον καταλαβαίνω αυτό που διαβάζω, ότι έκτοτε ντροπή υπάρχει.

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, με πατέρα αντάρτη, είναι αυτονόητο ότι, τότε, δεν ντρεπόταν για την αριστερή του ταυτότητα, την ενεργό συμμετοχή του στα πολιτικά δρώμενα ως επί χρόνια πολλά μέλος του ΚΚΕ και την πίστη του στην προοπτική μιας άλλης, δίκαιης διευθέτησης των κοινωνικών πραγμάτων.

Πάρα ταύτα δεν αλλοτριώθηκε, και όταν, ως φοιτητής του τμήματος Ιστορίας Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Κλουζ της κομμουνιστικής Ρουμανίας, συνειδητοποίησε το αιματηρό αδιέξοδο στο οποίο ο εφαρμοσμένος Μαρξισμός/Λενινισμός οδηγούσε την κοινωνία, όχι μόνο του γύρισε την πλάτη αλλά, παραμένοντας ανένταχτος αριστερός, όπως τουλάχιστον συνάγεται από το ποίημα «Νικολάι Μπουχάριν», τον κατήγγειλε ευθέως και παντοιοτρόπως από διάφορα βήματα δημόσιου διαλόγου, και βέβαια με τα ποιήματά του, εμμέσως πλην σαφώς, όπως θα φανεί αμέσως με τα παρακάτω αποσπάσματα.

Στην αρχή

ο Ίστρος

βούιζε εντός μου,

όνειρα που σκαρφάλωναν στην ψυχή μου.

[…]

Τότες έρχεται ένας και μου λέει: «το γέλιο σου ακούει η Αόρατη Αρχή

και δε νογάει σε τι οφείλεται αυτό.

Δείξε μίαν αυτοσυγκράτηση,

μην την εκθέτεις με το γέλιο σου».

Κι εκεί που λέγαμε για Ελευθερία

ένιωσα το φόβο να πιάνει μέσα μου

και ν’ ανεβαίνει

από την καρδιά στα μάτια,

και κατόπιν στο μυαλό μου.

Ένας κόκκινος κατακτητής!

Ο τρόμος που κλείνει απ’ έξω την Ελευθερία.

                                              (Το γέλιο και η αόρατη αρχή)

Αυτά όσον αφορά την ανώμαλη προσγείωση του κομμουνιστή Κανελλόπουλου στη σοσιαλιστική Ρουμανία. Όσον αφορά, τώρα, τη μάλλον αργοπορημένη απεμπλοκή του από την σαγήνη της ολοκληρωτικής ουτοπίας, συνέβαλαν πολλά και διάφορα, όπως αυτά που […] περιέχονται στην, κατόπιν περισυλλογής, συλλογή του.[…]

Εντέλει, όλα όσα καταλογίζει στο Κόμμα (ένα είναι το κόμμα∙ ακόμα) και τους, άλλοτε κατ’ εντολήν κι άλλοτε αυτοπροαιρέτως, απάνθρωπους-ανθρώπους του, τα συναρθρώνει, τα συμπυκνώνει και τα συμβολοποιεί στο ποίημα υπό τον τίτλο «Ο Πολύφημος». 

Αγαπάει το δάσος ο Πολύφημος, αυτός που

μεγάλωσε βυζαίνοντας αίμα αδερφικό

μες στο κονάκι του: πέντε λίρες το κεφάλι…

Τώρα το δάσος αγαπάει και τα μικρά αγοράκια,

καθώς τα στέλνουν για θελήματα, απονήρευτα

οι μανάδες τους στις στάνες, στα γαλάρια…

Κι ύστερα γυρίζει κορδωμένος στα καφενεία

και μιλάει για το Κρεμλίνο και την ισότης…

Η ισότης στα χέρια του Πολύφημου…

 

Ένας κότσυφας στη ΓΣΕΕ

Η ισότης που επαγγέλλεται ο Πολύφημος ανακαλεί στη μνήμη «Φωνές που έρχονται απ’ το σκοτάδι». Φωνές εκκαθαρισμένων από το κόμμα κομμουνιστών. Ως ήταν επόμενο ξεμπέρδεψε και το Κόμμα μαζί του κολλώντας του τη ρετσινιά: προδότης.

Γέρος πια και πικραμένος, κοιτάει από το παράθυρό του, «σκέφτεται την καινούργια εποχή» και μονολογεί:

[…] πίσω από το παράθυρο βλέπω

έναν κότσυφα […]

να έρχεται τρομαγμένος από τα στριγκλίσματα,

των καλοταϊσμένων διαδηλωτών […].

 

Ευθύς η σκέψη μου ταξιδεύει

με θλίψη

στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος,

στα γκρίζα χαλυβουργεία της Ελευσίνας,

στο πολυτελές γραφείο του Προέδρου

του κρατικού μονοπωλίου

εργατικών υποθέσεων ΓΣΕΕ, στην οδό Φερρών,

χωρίς δόλο∙

με συμπάθεια για τα βάσανά του, καθώς

ολημερίς βασανίζεται ο άνθρωπος. […]

 

πώς να πληρώσει τους καθηγητές των ιδιαιτέρων,

οι οποίοι προσπαθούν να διδάξουν

το νεαρό βλαστό του,

την τέχνη του λογαριάζειν,

έτσι ώστε το παιδί

να μη χάσει στην επόμενη

άνθηση του Χρηματιστηρίου! […]

[…] η σιχασιά δεν έχει τέλος

μέσα στον υπόνομο που ζω […]

όπου οι πατούσες

πήραν τη θέση του μυαλού των ανθρώπων

και οι κρατικοί ασφαλίτες της ισότητας

κουμαντάρουν το σκάφος

με το γουργουρητό του στομαχιού

και με την υποβοηθούμενη πλέον στύση τους∙ […]

 

Σαράντα πέντε χρόνια

είναι πολλά, λέει κι ο θλιμμένος κότσυφας,

τρομαγμένος από τις ιαχές των επιχειρηματιών

της κοινωνικής ισότητος. […]

 

Αυτά σκέφτεται ο γέρων

βλέποντας έναν κότσυφα

να έρχεται τρομαγμένος από τα στριγκλίσματα,

των καλοταϊσμένων διαδηλωτών, έξω από το παράθυρό του.

 

Αισθήματα, αισθήσεις, μνήμες

Ώς εδώ ακούσαμε τον πολιτευόμενο Κανελλόπουλο∙ ας ακούσουμε τώρα και τον ανθρωπινό:

Εδώ, σε μας

τα παραθυρόφυλλα τα λένε σκούρα∙

κι όταν τα σκούρα κλείνουν,

τότε

στην ψυχή πέφτει

μαύρο σκοτάδι.

 

Από μια χαραμάδα

μπαίνει μια φέτα φως.

 

Αυτό το φως εμείς το λέμε

πρώτη μνήμη

                              (Η πρώτη μνήμη)

Αυτή την πρώτη μνήμη καθενός μας, ο Κανελλόπουλος τη λέει Άφιξι:  

Λαθραία μπήκα στον κόσμο.

 

Ήρθα από την Πέρα Μεριά.

Περαμερίτης και οδοιπόρος χωρίς χαρτιά∙

κι αυτός ο χωρομέτρης

που ορίζει τον ίσκιο

του καθένα

δεν ήθελε με τίποτα να δώσει

το κατιτίς παραπάνω.[…]  

Σκληρή ζωή

όταν δεν έχεις τόπο ν’ ανασάνεις∙

μοιάζεις με ψέμα…

Την άφιξή του στον κόσμο τη χρωστάει, όπως λέει, «[…] σε δύο ανθρώπους που δεν έτυχε / ποτέ να ιδ<εί>, / στον Αρετάκη Γιώργο, τον επονομαζόμενο Σφακιανό. / Αντάρτη, / που άφησε ίχνη μεγαλύτερα από το μπόι του / […] και το κορμί του σ’ άγνωστο ρουμάνι, / μετά την επαφή που είχε / με το μαχαίρι κάποιου χίτη. / Όταν μ’ επιμονή / τον δόλιο <τ>ου πατέρα / εκράτησε μακριά / από τη μάχη της Ζαχάρως. // Κι ακόμη, / στον σιωπηλό υπομοίραρχο Μήτσο Σιώπα, / που τιμώντας μια φιλία, / συνέχεια έδωσε στο σόι <τ>ου, μιαν άλλη / πιο δύσκολη στιγμή, / όταν τον άρπαξε μπροστά από την κάννη.»  (Η εις ζωήν κάθοδος).

Γλίτωσε και κατόπιν, λέει,  εδηλώθη «Αποσυνάγωγος της αγάπης».   

Έχοντας γλιτώσει το χαμό, ο ποιητής γυρίζει πίσω στα παιδικά χρόνια του εκπατρισμού της οικογένειας από τη Νεμούτα της Ηλείας στην πρωτεύουσα. Στην Αθήνα, όπως όλοι όσοι έρχονται εσωτερικοί μετανάστες και αναζητούν κάποιον γνώριμο, έτσι και οι Κανελλόπουλοι, προσέφυγαν στην Αγία Ελεούσα: «[…] Αγία ταπεινή, σε μια μικρή αυλή, / με ένα πεύκο εντός της, / μα πάντα με την πόρτα κλειδωμένη / <που> την κοιτάζαμε κλεφτά περπατώντας, / κάναμε το σταυρό μας∙ να μας προστατεύει, / αυτή μια Αθηναία που εμείς / εκείνα τα χρόνια την είχαμε γνωρίσει· […]».

Ήταν σκληρό να ζεις στην Αθήνα εσωτερικός μετανάστης, αλλά έτσι έχεις σήμερα μνήμες:

[…] Τις ήσυχες μέρες

άρχιζες να μαθαίνεις καινούργιες λέξεις και ονόματα

ενώ έπρεπε να σβήσεις απ’ το μυαλό σου

το σκουτί, την πυροστιά, τη στράτα και το ζεμπερέκι

[…] καθώς γέρνουν κουρασμένες

οι Κυριακές μες στην αλάνα […]

Ένας καινούργιος κόσμος

από φωτογραφίες μαυρόασπρες

πέφτει μέσα στο μυαλό και κάνει κρότο∙

πρέπει να μάθεις,

να γίνεις σαν κι αυτόν,

μονάχα που δεν έχεις ποιος  

να σε διδάξει με λόγια σιγανά

και να τον μπάσει στην ψυχή σου […].

                    (Στέγη Παπαστράτου – Στιγμιότυπα)  

Μη έχοντας ποιόν να τον διδάξει, τον δίδαξαν τα πράγματα. Και μάλιστα από τα πρώτα πρώτα που πρέπει να διδάσκεται κανείς για να συμμορφώνεται, να τηρεί τις αποστάσεις και ν’ αποφεύγει τις κακοτοπιές: την ταξική δομή και τη «θέσμιση της κοινωνίας». Γνώση πικρή που, ανεξάρτητα από τις αριστερές του καταβολές, ίσως συνέβαλε κι αυτή στη θήτευσή του στην κομμουνιστική Αριστερά και στη συναφή δράση του. Τη δράση αυτή συνέχισε μέχρι τότε, τουλάχιστον, που, συγχρωτιζόμενος, ένθεν κακείθεν των συνόρων, με ορισμένους συντρόφους ‒προφανώς ευτραφέστερους από τον μέσο όρο του υποκείμενου λαού– συνειδητοποίησε ότι η προσφώνηση «σύντροφε» έχει το ίδιο ακριβώς αντίκρισμα στο στομάχι που έχει και η προσφώνηση «αδελφέ» μεταξύ των σταυροκοπούμενων και εκκλησιαζόμενων «χριστιανών».

Πικραμένος ‒πικρότερα αυτή τη φορά, γιατί είδε το όραμά του να θαμπώνει– εγκατέλειψε τη δράση και απέδρασε προς την εκ προαιρέσεως ταξική κοινωνία, όπου μπορεί μεν να μη σε ξανακαλούν στο σπίτι τους, σου επιτρέπουν όμως να φυτοζωείς ανέστιος και πένης ‒ αντί να σε μπουζουριάζουν επί αλητεία, αν, για οποιονδήποτε λόγο, τύχαινε να βρεθείς χωρίς στέγη και νηστικός.

Εγκατέλειψε τη δράση στο πεδίο της ταξικής πάλης, στο οποίο τον είχε κατευθύνει η βιοπάλη, αλλά δεν εγκατέλειψε τη δράση στο πεδίο της κλίνοπάλης, στην οποία έχει αφιερώσει ορισμένα ενοχικά αλλά τρυφερά και ειλικρινή ποιήματα, όπως το παρακάτω:

Έρχεσαι νύχτα.

Στέκεσαι πλάι στο προσκεφάλι.

Δεν μου μιλάς∙

το βλέμμα σου μονάχα μ’ αγκαλιάζει.

[…] Έρχεσαι νύχτα,

και τ’ άρωμά σου συναντάει την ανάσα μου.

Και από τα μέσα

ανεβαίνει μια βροχή

και ποτίζει τα βλέφαρά μου.

                                        (Νυχτερινή διέλευση)

Εκτός από τα ερωτικά του, τρυφερά είναι και τα ποιήματα που έγραψε για ομότεχνους που πια τους συναντάμε μόνο στα ποιήματά τους. Έγραψε ποιήματα για τον Νίκο Χειλαδάκη, τον Γιώργο Καραβασίλη, τον Χρήστο Μπράβο, τον Μιχάλη Γκανά, τον Γιώργο Δρανδάκη, σώζοντάς περιστατικά που συναποτελούν μια ιδιότυπη μυθολογία του σιναφιού, και ειδικότερα της γενιάς μας, η οποία αυτοπροβλήθηκε και έμεινε, στη γραμματολογία μας, ως «γενιά του ’70».  

Έγραψε και για τον Γιάννη Βαρβέρη ένα ποίημα, με τίτλο «Ένας Άγγελος έρχεται κάθε βράδυ», προσφωνώντας τον: «Εσύ, ο πιο καλός - κακός του Κόσμου». Πιο ταυτοτικό του ανθρώπου χαρακτηρισμό, δεν μπορώ να φανταστώ!

Έγραψε για τον Βαρβέρη, αλλά δεν έγραψε σαν τον Βαρβέρη. Η ποιητική του είναι το ακριβώς ανάποδο της ποιητικής εκείνου. Εκφράζεται σε λόγο ευθύ και απροκάλυπτο, ενώ ο Βαρβέρης εκφράζεται σε λόγο πλάγιο και υπαινικτικό. Διόλου παράξενο αν σκεφτεί κανείς από πού έρχεται καθένας τους και ποια τα δεδομένα του βίου τους. Αστός ο ένας (ο Γιάννης Βαρβέρης) – και οι αστοί ποτέ δεν λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Μικροαστός ο άλλος, με δεδομένα βίου όλως άλλα και ανάποδα στην κλίμακα κοινωνικής και οικονομικής εμπειρίας. Ο αστός δεν κραυγάζει ούτε όταν πονάει – το θεωρεί απρεπές. Γι’ αυτό πουθενά στην ποίηση του Βαρβέρη δεν ακούγεται φωνή πόνου και βασάνων, μολονότι και πόνεσε και βασανίστηκε πολύ. Όσοι όμως βγάζουν το ψωμί τους με κόπους, το λένε και κάποτε το φωνάζουν για να ξεδώσουν.

Η ποίηση του Δημήτρη Κανελλόπουλου, δεν είναι κραυγαλέα. Δεν είναι όμως και  εγγαστρίμυθη. Ό,τι έχει να πει το λέει έξω από τα δόντια και κατά πρόσωπο στον αναγνώστη, στερώντας του τη δυνατότητα που, υποτίθεται, του παρέχει ο σύλλογος των αλτρουιστών γραφιάδων να συμπράξει, τάχα, κι ο ίδιος στην πλοκή του έργου, ως συνδημιουργός. Πολύ καλά κάνει! Δουλειά του γραφιά είναι η γραφή, και δουλειά του αναγνώστη είναι η ανάγνωση. Κι όσοι απ’ όσους διαβάζουν θέλουν να γράψουν κιόλας, ας γράψουν τις δικές τους ιστορίες. Δεν γίνεται να τους μπάσουμε «στων Ιδεών την πόλη από την πίσω πόρτα». 

«Στην αγορά της βρίσκεις νομοθέτες που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης».        

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.