ΜΥΓΕΣ
Τι να ’γιναν οι μύγες του
χίλια εννιακόσια τριαντατέσσερα
Εκείνες που ήταν κάποτε μαζί μ’ εμάς
τα νιάτα του κόσμου,
Απόγονοι αρχαίων, χοντρών μυγών
της προηγούμενης χρονιάς;
Και γενικά τι να ’γιναν
οι μύγες της γενιάς μου;
Θυμάσαι τη ζωντάνια τους στις κάμαρες
τέλεια ανεξάρτητη από τη δική μας;–
Αφού όπως ξέρεις η
Ιστορία των ανθρώπων
κι εκείνη των μυγών
Κατά το νόμο της φύσης
Εξελίσσονται ανεξάρτητα χωρίς
ανάμειξη ή αλληλοσυμπάθεια:
Πάρε τη μέρα ας πούμε που
πέθανε ο Βενιζέλος
Κι έκλαιγε η μάνα μου κι οι μύγες
Περαστικές από μια απώλεια ανθρώπινη
–Σαν τους περαστικούς
από κηδεία ξένη–
Γυρόφερναν με τη συνείδηση
Μόνο των δικών τους πεθαμένων…
Με την παροδική τους βοή
Κομψές μεσάτες μύγες με φτερούγες
διάφανες και απλωτές
–Δείγμα ανώτερης ραπτικής
πάνω σε μαύρες ελάχιστες πλάτες–
Μ’ εξαναγκάζουν απ’ τη φύση τους
σ’ έναν ελάσσονα τόνο
Για κάτι στην ουσία μέγιστο.
Αεικίνητες θυμάμαι απάνω μας
ή γύρω μας οι μύγες
Ηρεμούσαν καμιά φορά
μέσα στην ηρεμία του ήλιου
–Δρόμος πλατύς απ’ τις οκτώ το πρωί
πάνω σε τραπέζια και πατώματα–
Ζευγαρωμένες πού και πού
σαν διπλασιασμένες.
Είχαν με τους ανθρώπους μια οικειότητα
που νόμιζες πως ήταν
παλιές τους γνωριμίες
Ενώ δεν ήταν παρά εφήμερα
ευκολοσύλληπτα είδωλα ενός άχρονου
ασύλληπτου προτύπου·
Μα ως γνωριμιές μας τις θυμόμαστε
και τις πενθούμε τώρα.
Γιατί αλήθεια τις πενθούμε·
Κι ειλικρινά σού ομολογώ πως όταν
μιλάμε για τους πεθαμένους μας,
Γονείς ή συγγενείς
ή απλούς γνωστούς ακόμα,
Ήρεμα μεσ’ στον ήλιο της φετινής χρονιάς
–Νιάτα του κόσμου κι επιβίωσή μας–
Σου ομολογώ πως νιώθω τρυφερότητα
Μέχρι και για τις μύγες
των περασμένων εποχών
–Παραβιάζοντας σαν ποιητής
τη φύση και το νόμο–
Μια τρυφερότητα για τους νεκρούς
μιας άλλης Ιστορίας έστω
με τις χαμένες της γενιές.
(1985)