Για την ποίηση σημασία έχουν τα αποσπασματικά φωτογραφήματα της μνήμης. Ο ποιητής έχει ήδη πονέσει, έχει ήδη προβλέψει τα μέλλοντά του. Διότι πολλές φορές η ποίηση προπορεύεται της τρέχουσας κατάστασης. Στο σύνολο των οχημάτων του Νίκου Φωκά απουσιάζουν ο χρόνος και η ηλικιακή διαβάθμιση. Όλα είναι ένα ποίημα. Μια ανθρώπινη ψυχή. Ο ποιητής διερευνά το άπειρο. Στο άπειρο, το λουλούδι δεν κόβεται, ο φίλος δεν πεθαίνει. Στο άπειρο δεν υπάρχει αναγέννηση παρά μόνο παρατήρηση των πεπραγμένων και η αξιόπιστη προφητεία. Κάθε αληθινό ποίημα – η ώρα της κρίσης. Και καλοκαίρι πάλι. Η εποχή του απείρου.
Το ποίημα «Τ’ αναφιλητά» δεν είναι όνειρο. Είναι καθοριστική μελαγχολία πως όλα έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και η γνώση ετούτη είναι σαφής· η καθίζηση μιας μαγικής πέτρας που συναρπάζει τον έσω κόσμο. Ο ποιητής γίνεται περιηγητής των αναμνήσεών του: μάρτυρας μοναδικός, όπως και ο τίτλος της συλλογής του 1961 όπου περιλαμβάνεται το ποίημα. «Τ’ αναφιλητά» συγκροτούν την πρώτη ύλη, την ύλη του ξύλου, την ύλη από την οποία γεννιέται ο εαυτός. Ο εαυτός: η πιο περίπλοκη σύνθεση νευρώνων και αντανακλαστικής συνείδησης.
Το συγκεκριμένο ποίημα ομοιάζει με τις άγριες φράουλες του Μπέργκμαν: οι αναδρομές, ο εφιάλτης στο όνειρο. Ποίημα film noir. Τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα επανέρχεται με τον στίχο: «με σαλεμένο νου, σαν μέσα σε όνειρο κι ένταση ονειρική μ’ όλο που ξύπνιος κλαίω».
Η επιλογή του ποιήματος αυτού έγινε λόγω της υπαρξιακής του σύστασης: για τη συσπείρωση άτακτων εικόνων, αποτμήματα ευφροσύνης· για το πόσο ευγνώμων είναι ο ποιητής παρά τις απώλειές του.
Τ’ ANAΦΙΛΗΤΑ
Ήταν εκεί ο ελαιώνας, το μικρότερο παιδί, το πουλί
Κι άλλες ακόμα αρχαίες υπάρξεις.
Δεν είναι ο ύπνος συνείδηση πάντα του χειρότερου.
Το σπίτι μου, η rive gauche, η αρρώστια μου, γίνηκαν όλα
Πράγματα για τους άλλους,
Όχι για εμένα, εγώ,
Μάρτυρας μοναδικός του ονείρου,
Δεν πρόσεξα τη γέννηση του ύπνου, τη γέννηση των κινήσεων.
Και φιλούσα δίχως πρόσχημα τη γη, υπακούοντας τυφλά
Στ’ αναφιλητά μου, μόνο εκείνα.
Και τ’ όφελος ήταν τεράστιο κι άμεσο ήταν
Καλοκαίρι πάλι.
Η Μοσχούλα κι ο υπόλοιπος έρωτας:
Το φεγγάρι, η θάλασσα και το λουλούδι που δεν κόβεται,
Κι ο φίλος που δεν πεθαίνει.
Ω ’σείς, το ξέρω, πρακτικό δεν είναι τ’ όνειρο, μα μόνο
Γνώρισμα ανθρώπου από άνθρωπο.
(Μάρτυρας μοναδικός, 1961)